Ο ιστότοπος, όπου βρίσκεσθε, αποτελεί παράρτημα του e-περιοδικού Νυχθημερόν της Ζακύνθου και αφορμήθηκε από την διάθεση των συντελεστών του ζακυνθινού αυτού ηλεκτρονικού ιστότοπου για μια μικρή έστω συμβολή στo έργο της Ορθόδοξης Ιεραποστολής και μάλιστα του δραστήριου Επισκόπου Μοζαμβίκης κ. Ιωάννου, του Ζακυνθίου. Ο Ορθόδοξος Επίσκοπος της μεγάλης και φτωχής αυτής αφρικανικής χώρας επωμίσθηκε από τον Οκτώβριο του 2010 τον ευαγγελισμό εις Χριστόν των Μοζαμβικανών, υπό το πατρικό βλέμμα του προεστώτος του δευτερόθρονου Ορθοδόξου Πατριαρχείου, Μακαριωτάτου Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ Β΄.

E-mail ιστότοπου: orthomoz@gmail.com / Επικοινωνία με την Ιερά Επισκοπή Μοζαμβίκης: naosgr@gmail.com

ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΛΟΓΟΥ "ΑΛΗΘΩΣ" ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΜΟΖΑΜΒΙΚΗΣ (13.4.2013)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Kείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Kείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16.4.14

Η προδοσία του Ιούδα


Η προδοσία του Ιούδα, Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου
«Τότε, αφού πήγε στους αρχιερείς ένας από τους δώδεκα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, είπε, τι θέλετε να μου δώσετε για να σας τον παραδώσω;»[...]
Και ακριβώς όταν η πόρνη μετανοούσε, όταν καταφιλούσε τα πόδια του Κυρίου, τότε πρόδινε το Διδάσκαλο ο μαθητής. Γι’ αυτό είπε «τότε», για να μην κατηγορήσεις για αδυναμία το Διδάσκαλο, όταν βλέπεις τον μαθητή του να τον προδίνει. Γιατί τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του Διδασκάλου, ώστε να πείθει να Τον ακολουθούν ακόμη και οι πόρνες.
Θα αναρωτιόταν όμως κανείς, Εκείνος που είχε τη δύναμη να μεταστρέφει τις πόρνες και να τις κάνει να Τον ακολουθούν, δεν κατάφερε να κερδίσει την αγάπη του μαθητή του; Είχε τη δύναμη να κερδίσει το μαθητή, αλλά δεν επιθυμούσε να τον μεταβάλει αναγκαστικά στο καλό, ούτε με τη βία να τον προσελκύσει κοντά Του. «Τότε, αφού πήγε». Και το «αφού πήγε» αυτό δεν στερείται κάποιας σημασίας. Γιατί δεν κάλεσαν οι αρχιερείς τον Ιούδα, ούτε αναγκάστηκε, ούτε υποχρεώθηκε, αλλά ο ίδιος μόνος του κι ελεύθερα γέννησε την πονηρή αυτή σκέψη κι έβγαλε αυτή την απόφαση, χωρίς να έχει κανέναν σύμβουλο σ’ αυτό το πονηρό του έργο. «Τότε, αφού πήγε... ένας από τους δώδεκα». Τι σημαίνει το «ένας από τους δώδεκα»; Και αυτός ο λόγος «ένας από τους δώδεκα» δείχνει πως η κατηγορία του Ιούδα είναι πολύ μεγάλη. Γιατί ο Ιησούς είχε και άλλους μαθητές, εβδομήντα συνολικά. Αλλά εκείνοι βρίσκονταν σε δεύτερη θέση και δεν απολάμβαναν τόση τιμή, ούτε είχαν τόση οικειότητα με τον Διδάσκαλο, ούτε γνώριζαν τόσο τα μυστικά Του όσο οι δώδεκα. Αυτοί προπάντων ήταν οι εκλεκτοί, αυτοί αποτελούσαν τον στενό κύκλο του Βασιλιά, αυτοί αποτελούσαν την ομάδα που ήταν κοντά στο Διδάσκαλο, και από αυτήν ξεπήδησε ο Ιούδας. Για να μάθεις, λοιπόν, ότι δεν Τον πρόδωσε απλώς κάποιος από τους μαθητές Του, αλλά ένας από τους εκλεκτούς Του, γι’ αυτό αναφέρει ο Ευαγγελιστής το «ένας από τους δώδεκα». Και δε ντρέπεται ο Ματθαίος να το αναφέρει. Αλλά για ποιο λόγο να ντραπεί; Το αναφέρει για να μάθεις πως παντού και πάντα λένε οι Ευαγγελιστές την αλήθεια και δεν αποκρύπτουν τίποτα, ακόμη και αυτά που θεωρούνται αξιοκατάκριτα. Γιατί αυτά που φαίνονται πως είναι αξιοκατάκριτα, αυτά αποδεικνύουν τη φιλανθρωπία του Κυρίου. Ότι δηλαδή προσέφερε τόσα πολλά αγαθά στον προδότη, το ληστή, τον κλέφτη (τον Ιούδα) και συνέχιζε μέχρι την τελευταία στιγμή να τον έχει κοντά Του. Και μάλιστα τον νουθετούσε και τον συμβούλευε και τον φρόντιζε με κάθε τρόπο. Αν εκείνος δεν έδινε σημασία, δεν φταίει ο Κύριος. Και μάρτυρας είναι η πόρνη, και μη πολυπαίρνεις θάρρος προσέχοντας τον Ιούδα. Γιατί και τα δύο αυτά είναι ολέθρια, και το υπέρμετρο θάρρος και η απελπισία (απόγνωση). Γιατί το υπέρμετρο θάρρος κάνει να πέσει κάτω αυτός που στέκεται όρθιος, και η απελπισία εμποδίζει να σηκωθεί αυτός που έχει πέσει. Γι’ αυτό και ο Παύλος συμβούλευε λέγοντας: «Αυτός που νομίζει πως στέκεται, ας προσέχει μην πέσει».
Έχεις τα παραδείγματα και των δύο πώς έπεσε δηλαδή ο μαθητής, που νόμιζε πώς στεκόταν όρθιος, και πως σηκώθηκε η πόρνη που είχε πέσει. Η σκέψη μας εύκολα παρασύρεται και η θέλησή μας είναι ευμετάβλητη. Γι’ αυτό πρέπει να διαφυλάσσουμε και να οχυρώνουμε τον εαυτό μας από παντού.[...]
Τι θέλετε να μού δώσετε, κι εγώ θα σάς Τον παραδώσω». Πες μου Ιούδα, αυτά σου έμαθε ο Χριστός; Γι’ αυτό το λόγο δεν έλεγε, «μην αποκτήσετε χρυσά νομίσματα, ούτε ασημένια, ούτε χάλκινα που να τα φυλάγετε στις ζώνες σας», θέλοντας να περιορίσει από πιο μπροστά τη φιλαργυρία σου;[...]
«Τι θέλετε να μού δώσετε, κι εγώ θα σάς Τον παραδώσω». Πολύ σκληρά είναι τα λόγια αυτά. Πες μου, μπορείς εσύ να παραδώσεις Εκείνον που συγκρατεί τα πάντα, που εξουσιάζει τους δαίμονες, που διατάσσει τη θάλασσα και είναι ο Κύριος όλων όσων υπάρχουν στη φύση; Για να περιορίσει λοιπόν τη παραφροσύνη του και για να δείξει πως αν δεν ήθελε, δεν θα προδιδόταν, άκουσε τι κάνει. Κατά την ώρα ακριβώς της προδοσίας, όταν ήρθαν εναντίον Του κρατώντας ξύλα, λαμπάδες και πυρσούς, τους λέει: «Ποιον ζητάτε;» και δεν γνώριζαν Εκείνον που επρόκειτο να συλλάβουν. Τόσο πολύ έλειπε η δύναμη από τον Ιούδα στο να παραδώσει τον Κύριο, ώστε δεν Τον έβλεπε τη στιγμή που επρόκειτο να Τον παραδώσει, ενώ ήταν παρών, και όλα αυτά τη στιγμή που υπήρχαν τόσες λαμπάδες και τόση φωτοχυσία. Αυτό βέβαια υπενίχθηκε και ο Ευαγγελιστής λέγοντας ότι είχαν λαμπάδες και πυρσούς και δεν τον έβλεπαν. Και κάθε ημέρα του το υπενθύμιζε και με λόγια και με έργα, ότι δηλαδή δεν θα μπορέσει να Τον προδώσει στα κρυφά. Και μάλιστα δεν του έκανε (ο Κύριος) παρατηρήσεις φανερά μπροστά σε άλλους, για να μην τον κάνει πιο αδιάντροπο, ούτε πάλι αποσιωπούσε τα σφάλματά του, για να μην νομίζει ότι περνούν απαρατήρητα και επιχειρήσει άφοβα την προδοσία, αλλά διαρκώς έλεγε: «Ένας από εσάς θα με παραδώσει», δεν τον φανέρωσε όμως.
Είπε πολλά (ο Κύριος) και για την κόλαση, πολλά και για τη Βασιλεία των ουρανών και απέδειξε τη δύναμη που είχε και για τα δύο, και για να τιμωρεί τους αμαρτωλούς και για να ανταμείβει τους δικαίους. Αλλά εκείνος (ο Ιούδας) όλα αυτά τα περιφρόνησε, ο Θεός όμως δεν τον ανακάλεσε με τη βία από αυτό που αποφάσισε. Επειδή λοιπόν μάς δημιούργησε ελεύθερους να διαλέγουμε τις κακές ή τις ενάρετες πράξεις, επιθυμεί να είμαστε καλοί με τη θέλησή μας. Γι’ αυτό αν εμείς δεν θέλουμε, ούτε μάς πιέζει ούτε μάς αναγκάζει. Επειδή αυτός που γίνεται με τη βία ενάρετος, δεν είναι δυνατόν να είναι ενάρετος. Αφού λοιπόν κι εκείνος ήταν ελεύθερος να διαλέξει και ήταν σε θέση να μην υποστεί βία για να κλίνει προς τη φιλαργυρία, γι’ αυτό τυφλώθηκε η σκέψη του, πρόδωσε τη σωτηρία του και είπε: «Τι θέλετε να μού δώσετε, κι εγώ θα σάς Τον παραδώσω». Επικρίνοντας τη διανοητική του τύφλωση και την αναισθησία, ο Ευαγγελιστής λέει ότι την ώρα που πήγαν να συλλάβουν τον Κύριο, βρισκόταν μαζί τους και ο Ιούδας, εκείνος που είπε «τι θέλετε να μού δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Και όχι μόνο από αυτό είναι δυνατόν να δούμε τη δύναμη του Χριστού, αλλά και απ’ ότι μόλις Εκείνος απλώς μίλησε, απομακρύνθηκαν κι έπεσαν κάτω. Επειδή όμως ούτε μ’ αυτόν τον τρόπο δεν σταμάτησαν το επαίσχυντο έργο τους, παραδίνεται αμέσως σαν να έλεγε: Εγώ έκανα το καθήκον μου, αποκάλυψα τη δύναμή μου και απέδειξα ότι επιχειρείτε πράγματα ακατόρθωτα. Θέλησα να περιορίσω την κακία σας, αλλά επειδή εσείς δεν θελήσατε και επιμένετε στην παραφροσύνη σας, να, σας παραδίνομαι.
Τα ανέφερα όλα αυτά, για να μην κατηγορήσουν μερικοί τον Χριστό, και πουν: γιατί δεν μετέστρεψε τον Ιούδα;
 

Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος

13.3.14

Εμπειρίες

Mozambique

Χώρα πλούσια. Άπειρη ήπειρος
με κάθε λογής αγαθό.
Ηγέτες που θέλουν
το κακό
των ανθρώπων-
τους-
ξένους
που ρημάζουν
και ατιμάζουν
ανήθικα τη γεννήτορα γη
των κατοίκων.
Τα εν οίκω μη εν δήμω;
 τι θα έλεγαν οι μη βάρβαροι (Έλληνες);

Δ. Σεκαδάκης

“Οδοιπορικό στη Μοζαμβίκη, Μάρτιος 2012”

12.3.14

Εκκλησία και Ιεραποστολή


Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ
Η εβδομάδα που κορυφώνεται στην Κυριακή της Ορθοδοξίας έχει οριστεί από την Εκκλησία μας ως χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου καλούνται τα μέλη της να συγκεντρώνουν με ιδιαίτερη προσοχή τη σκέψη τους στο έργο της Ιεραποστολής. Τους ζητείται, από το υστέρημα ή το περίσσευμα τους, να ενισχύσουν υλικά το μεγάλο αυτό έργο, που έχει τόσες συγκεκριμένες κι επείγουσες ανάγκες. Είναι κι αυτό μια μορφή κοινωνίας της αγάπης που μεταποιείται σε πνεύμα. Τους ζητείται όμως ιδιαίτερα να συμπαρασταθούν στην ιεραποστολή με την προσευχή τους. Δηλαδή με την ενέργεια εκείνη που εκφράζει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την καθολικότητα της Εκκλησίας, μια και συνδέει τη γη με τον ουρανό, το παρόν με την αιωνιότητα. Και τα δύο αυτά αιτήματα που απευθύνει η Εκκλησία στον πιστό λαό μαρτυρούν από μια άλλη πάλι πλευρά την καθολικότητα τους, μια και τα βρίσκουμε στην παράδοση τους από την εποχή κιόλας των Αποστόλων.Στις σύντομες σκέψεις που θα ακολουθήσουν θα ασχοληθούμε με την προσευχή για την Ιεραποστολή, αφήνοντας σε άλλη ευκαιρία τη συλλογή υλικών προσφορών, που στα παλιά χρόνια ονομαζόταν λογία.
Οι Πράξεις των Αποστόλων μας διηγούνται στο Δ΄ κεφάλαιο ότι, όταν το Συνέδριο των Ιουδαίων άφησε ελεύθερους τους αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη, απειλώντας τους όμως με τιμωρίες αν συνέχιζαν να κηρύττουν, αυτοί γύρισαν στους αδελφούς και τους ανακοίνωσαν τα καθέκαστα. Τότε η Εκκλησία ξέσπασε σε προσευχή, που το κύριο αίτημα της ήταν να ενισχύσει ο Θεός τους Αποστόλους «μετά παρρησίας πάσης λαλείν τον λόγον σου» (δ΄ 29). Και το αίτημα αυτό εισακούστηκε. Γιατί αμέσως μετά, μας λένε οι Πράξεις, ο τόπος που προσεύχονταν σάλεψε και «επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου, και ελάλουν τον λόγον του Θεού μετά παρρησίας» (δ΄, 31). Αυτή η ζωντανή εμπειρία της Εκκλησίας πάνω στη δύναμη της προσευχής έκαμε τους Αποστόλους να ζητούν αυθόρμητα από τους πιστούς να τους συμπαραστέκουν με προσευχές στο έργο της Ιεραποστολής.
Αυτό εννοεί ο απ. Παύλος όταν εκμυστηρεύεται στους πιστούς της Ρώμης το σχέδιό του, να κηρύξει το λόγο στην Ισπανία και τονίζει ότι αυτοί θα τον προπέμψουν προς τα εκεί (Ρωμ. ιε΄, 24). Το ίδιο επίσης εννοεί όταν ζητά από τις διάφορες Εκκλησίες να προσεύχονται γι’΄ αυτόν (Α΄ Θεσ. ε΄, 25 και Έβρ. ιγ΄, 18). Ακόμη πιο απερίφραστα, για μας, το διατυπώνει στους Θεσσαλονικείς, όταν λέει: «Το λοιπόν προσεύχεσθε, αδελφοί, περί ημών, ίνα ο λόγος του Κυρίου τρέχη και δοξάζηται, καθώς και προς υμάς» (Β΄ Θεσ. γ΄, 1).
Την ίδια παράκληση επαναλαμβάνει και στις επιστολές που έγραψε από τη φυλακή στη Ρώμη: «... προσευχόμενοι... και υπέρ εμού, ίνα μοι δοθή λόγος εν ανοίξει του στόματος μου», για να γνωστοποιήσω άφοβα «το μυστήριον του ευαγγελίου» (Εφ. στ΄, 18-19) ή «...προσευχόμενοι... και περί ημών, ίνα ο Θεός ανοίξη ημίν θύραν του λόγου...» (Κολ. δ΄, 3).
Ο ιεραπόστολος, έστω κι αν έχει κληθεί προσωπικά από τον ίδιο το Χριστό, όπως ο απ. Παύλος, δεν ενεργεί ποτέ ως μονάδα, σαν ένα είδος ακροβολιστή, αλλά’ είναι ενταγμένος στην Εκκλησία, δηλαδή στο σώμα του Χριστού. Έτσι το έργο του, όσο κι αν διακρίνεται από μεγάλα κατορθώματα, δεν είναι δικό του, αλλά της Εκκλησίας. Της Εκκλησίας που προσεύχεται γι’ αυτόν. Της Εκκλησίας που φυτεύεται από αυτόν. Της Εκκλησίας που διαρκώς ευρύνεται για να περιλάβει σωτηριολογικά στους κόλπους Της όλο τον κόσμο, ώστε να τον μεταποιήσει σε Βασιλεία των Ουρανών.
Η. Βουλγαράκης

Πηγή κειμένου: www.apostoliki-diakonia.gr, φωτογραφία: Αρχείο Ι.Επισκοπής Μοζαμβίκης